ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΤΡΟΠΗ
ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ
Η στιγμή που σταματάμε να σκηνοθετούμε τους άλλους
Κάποια στιγμή στη ζωή, χωρίς να το αποφασίσουμε συνειδητά, περνάμε από τη φάση της εντολής στη φάση της προτροπής. Συμβαίνει. Όχι επειδή γίναμε πιο διστακτικοί, ούτε επειδή χάσαμε το θάρρος μας. Αλλά επειδή καταλάβαμε κάτι απλό και σκληρό μαζί: οι εντολές, μετά από μια ηλικία, δεν πιάνουν τόπο.
Στην αρχή της ζωής μας, δεχόμαστε εντολές. Είναι αναγκαίες. Μας οργανώνουν, μας προστατεύουν, μας μαθαίνουν τα όρια. Αργότερα, δίνουμε εντολές. Ως γονείς, ως επαγγελματίες, ως άνθρωποι που έχουν ευθύνη. Εκεί, η εντολή φαίνεται φυσική προέκταση της εμπειρίας μας.
Όμως έρχεται μια φάση όπου διαπιστώνουμε ότι ο άλλος δεν αλλάζει ό,τι και να του λέμε.. Όχι γιατί δεν μας ακούει, αλλά γιατί έχει ήδη διαμορφωθεί. Η εντολή τότε δεν λειτουργεί πια ως καθοδήγηση· λειτουργεί ως πίεση. Και μέσα στις κοντινές σχέσεις, η πίεση δεν βελτιώνει τα πράγματα· τα φθείρει.
Σε αυτή τη φάση, η σχέση μετρά περισσότερο από το αποτέλεσμα. Δεν μιλάμε πια για να «γίνει το σωστό», αλλά για να μη χαθεί ο δεσμός. Και εδώ εμφανίζεται η προτροπή.
Η προτροπή δεν επιβάλλει. Δεν απαιτεί. Δεν μετρά την αξία της από την υπακοή. Λέει:
«Αυτό βλέπω. Αυτό πιστεύω. Αν σου κάνει, κράτησέ το.»
Επειδή- καλώς ή κακώς- είμαστε οι σκηνοθέτες της ζωής μας, κάποια στιγμή οφείλουμε να καταλάβουμε και τα όρια της σκηνοθεσίας μας. Μπορούμε να σκηνοθετήσουμε τη στάση μας, τον λόγο μας, τον τρόπο που στεκόμαστε μέσα στη σκηνή της ζωής. Και αυτό το κάνουμε.
Δεν μπορούμε όμως να σκηνοθετήσουμε τους ρόλους των άλλων. Και κάθε φορά που προσπαθούμε να το κάνουμε, η σχέση αρχίζει να φθείρεται.
Η εντολή, σε αυτή τη φάση της ζωής, μοιάζει με την απαίτηση να παίξει ο άλλος έναν ρόλο που εμείς γράψαμε για εκείνον. Και αυτό είναι κακή σκηνοθεσία. Οδηγεί μαθηματικά σε αποτυχία της παράστασης.
Η προτροπή είναι κάτι διαφορετικό. Φωτίζει τη σκηνή, δείχνει μια πιθανή κατεύθυνση, αλλά αφήνει τον άλλον ελεύθερο να σταθεί όπως μπορεί και όπως θέλει. Να παίξει τον ρόλο του, ελεύθερα, χωρίς αναστολές και να προσπαθήσει να τον παίξει καλά.
Γι’ αυτό η μετάβαση από την εντολή στην προτροπή δεν είναι απώλεια δύναμης. Είναι αλλαγή στάσης απέναντι στον άνθρωπο και απέναντι στις σχέσεις. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνουμε ότι η επιμονή έχει κόστος και ότι το κόστος αυτό το πληρώνει πρώτα η σχέση και μετά εμείς.
Ο άνθρωπος που ωριμάζει μέσα στις σχέσεις δεν οδηγείται στη σιωπή. Οδηγείται σε έναν λόγο που δεν ζητά να επιβληθεί, αλλά να συνυπάρξει. Δεν μιλά λιγότερο· μιλά αλλιώς. Λέει αυτό που πιστεύει χωρίς να απαιτεί την επιβεβαίωσή του και χωρίς να μετρά την αξία του λόγου του από την ανταπόκριση που θα συναντήσει.
Ίσως τελικά η προτροπή να είναι το τελευταίο, και πιο ειλικρινές, είδος λόγου που μας επιτρέπεται. Όχι επειδή μπορούμε λιγότερα, αλλά επειδή καταλάβαμε περισσότερα. Και αυτό το «καταλάβαμε» δεν είναι θεωρητικό· είναι βιωμένο, πληρωμένο με σχέσεις, προσδοκίες και απογοητεύσεις.
**«Δεν μιλάω πια για να επιβληθώ ή να σκηνοθετήσω τη ζωή σου.
Μιλάω για να μπορούμε να στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον χωρίς φθορά.»**
Οι εντολές η προτροπές από ανθρώπους “παρωχημένης” ηλικίας πραγματικά δέν “πιάνουν τόπο” διότι συνήθως δέν είναι σωστές.Σαφώς εντολή,προτροπή είναι έννοιες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους.Εξαρτάται βέβαια από το πόσο φορτικός γίνεται κάποιος με τις προτροπές του…
Καλημέρα Νικόλα.
Ειναι πολύ δύσκολο, όταν έχεις μία σημαντική κοινωνική εμπειρία στην ζωή σου και έχεις βιώσει πράγματά και καταστάσεις, να δέχεσαι από άλλους εντολές, ακόμη και μέσα στα πλαίσιά της προτροπής.
Πολύ περισσότερο όταν αυτές προέρχονται από πρόσωπά με ξεκάθαρες προσωπικές φιλοδοξίες ή συμφέροντα.
Καλή Κυριακή.
Όσο λιγότερη εμπειρία ή/και γνώση έχουμε και όση περισσότερη εξουσία πάνω στον άλλο, τόσο προσπαθούμε να τον σκηνοθετήσουμε με εντολές.. Τα πλέον ταιριαστά παραδείγματα είναι στον οικογενειακό και εργασιακό στίβο και στις σχέσεις μας με τα παιδιά μας και τους υφισταμένους μας. Όλοι έχουμε πέσει στην παγίδα, ακόμα και οι πλέον δημοκρατικοί από εμάς, να επιβληθούμε με την εντολή λόγω θέσεως εξουσίας. “Θα κάνεις αυτό που σου είπα”. Η πλέον βέβαια ύπουλη τακτική είναι ο χειρισμός, στον οποίο κατευθύνεις τον άλλο μέσω της ενοχής, της ντροπής, της παραπληροφόρησης. Τον χειριστικό τρόπο επιβολής / σκηνοθεσίας κάποιοι τον έχουν αναγάγει σε ολόκληρη επιστήμη.
Το άρθρο σου μου θύμισε και τις κλασικές (πλέον) συγκρίσεις management και ηγεσίας. Ο manager δίνει εντολές, ο καλός manager δίνει οδηγίες και μετά εντολές, ο τέλειος manager κάνει τα προηγούμενα αλλά ελέγχει και τα αποτελέσματα ώστε να δει που έγινε κάτι σωστά και που κάτι λάθος. Στην αντίπερα όχθη ο ηγέτης εμπνέει. Συνήθως έχει δώσει τόση ελευθερία και εμπιστοσύνη στις ικανότητες των άλλων που συνήθως δε χρειάζεται καν να σκηνοθετήσει κάτι. Λειτουργεί μέσω του παραδείγματος και της προτροπής.
Το ερώτημα είναι: Η ωριμότητα της ηλικίας και η συνεπακόλουθη συσσώρευση γνώσης παίζει ρόλο στο «μαλάκωμα» του ανθρώπου στις σχέσεις του ή απλά η προσαρμογή του σε νέα περιβάλλοντα μειωμένης εξουσίας;