ΤΟ ΧΩΝΙ
Μεταξύ σοβαρού και αστείου
Το χωνί είναι ένα από τα πράγματα που υπάρχουν στη ζωή μας χωρίς να ζητούν την παραμικρή αναγνώριση. Δεν το φωτογραφίζουμε, δεν το θαυμάζουμε, δεν λέμε «τι ωραίο χωνί!» και κανένας δεν έχει σκεφτεί μέχρι σήμερα να του απονείμει κάποιο βραβείο. Το χρησιμοποιούμε όταν το χρειαστούμε και μετά το ξαναβάζουμε στη θέση του, μαζί με τα υπόλοιπα εργαλεία που θυμόμαστε μόνο όταν τα χρειαστούμε.
Έχει όμως ένα κουσούρι. Έχει ένα στόμιο. Και το στόμιο αυτό έχει συγκεκριμένο μέγεθος. Εσύ μπορεί να έχεις μεγάλη όρεξη να του ρίχνεις το υγρό με τις χούφτες. Το χωνί όμως δεν συγκινείται. Θα περάσει κάτω όσο μπορεί να περάσει και το υπόλοιπο θα αρχίσει να κάνει βόλτες απ’ έξω. Αν επιμείνεις, θα γίνει η γνωστή κατάσταση: υγρά στο τραπέζι, νεύρα, πανιά και κάποιος να φταίει. Συνήθως το χωνί.
Το χωνί, φυσικά, δεν φταίει. Απλώς έχει το μέγεθός του.
Και τότε, μια μέρα, που την πάτησα και εγώ έτσι, μου πέρασε από το μυαλό ότι κάτι παρόμοιο πρέπει να συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Μόνο που εμείς δεν έχουμε χωνί στο χέρι. Το κουβαλάμε μέσα στο κεφάλι.
Και τι δεν του ρίχνουμε! Ειδήσεις, γνώμες, συμβουλές, προβλήματα, κουτσομπολιά, φόβους, σχέδια, λογαριασμούς, πολιτικούς, ποδόσφαιρο, τον γείτονα που πάρκαρε στραβά, τον άλλον που δεν μας πήρε τηλέφωνο, εκείνον που μας είπε κάτι πριν από δεκαπέντε χρόνια και ακόμη δεν του το έχουμε συγχωρήσει. Και το καλύτερο; Τα περισσότερα τα ρίχνουμε μόνοι μας. Δεν μας κυνηγάει κανείς από πίσω με έναν κουβά πληροφορίες. Εμείς ανοίγουμε τη βρύση και την αφήνουμε ανοιχτή.
Και μετά, αρχίζουμε τα παράπονα.
«Δεν αντέχω άλλο». «Έχω κουραστεί». «Δεν μπορώ να βάλω το μυαλό μου σε τάξη».
Ε, βέβαια. Πώς να μπει σε τάξη όταν του πετάμε μέσα όλο το μαγαζί;
Υπάρχουν βέβαια και κάτι άνθρωποι που φαίνεται να έχουν μεγάλο χωνί. Τους λες δέκα πράγματα και τα πιάνουν και τα δέκα. Διαβάζουν, μαθαίνουν, θυμούνται, συνδυάζουν, καταλαβαίνουν. Τους κοιτάς και λες «αυτός έχει μυαλό». Μπορεί. Αλλά δεν είμαι και τόσο βέβαιος ότι πρέπει να τους ζηλεύουμε.
Γιατί το μεγάλο χωνί έχει και τις παρενέργειές του. Όταν αντιλαμβάνεσαι περισσότερα, βλέπεις και πράγματα που ο άλλος μπορεί να μην τα βλέπει καθόλου. Και κάποια από αυτά, δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστα. Κι ύστερα, άμα καταλαβαίνεις περισσότερα, δύσκολα κάνεις πως δεν τα κατάλαβες. Κάτι πρέπει να κάνεις και εσύ. Τρέχα γύρευε δηλαδή.
Ενώ ο άλλος, που δεν βλέπει και δεν καταλαβαίνει τόσα πολλά, μπορεί να κοιμάται ήσυχος επειδή απλούστατα δεν κατάλαβε τι έγινε. Και, μεταξύ μας, αρκετές φορές, δεν είναι καθόλου άσχημη κατάσταση αυτή.
…
Δεν είναι απαραίτητο να ξέρουμε τι συμβαίνει παντού. Δεν χρειάζεται να έχουμε άποψη για τα πάντα. Δεν χρειάζεται να αναλύουμε όλα τα προβλήματα του κόσμου, ιδίως εκείνα που δεν είναι δικά μας. Και κυρίως δεν χρειάζεται να γεμίζουμε το κεφάλι μας επειδή κάπου υπάρχει κάτι διαθέσιμο για να το γεμίσουμε.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η παρεξήγηση. Έχουμε μάθει να θεωρούμε προσόν το να μπορούμε να δεχτούμε περισσότερα. Αλλά άλλο το «μπορώ» και άλλο το «χρειάζεται».
Και το χωνί δεν κάνει ποτέ αυτό το λάθος.
Δεν λέει: «Για να δω μήπως μπορώ να χωρέσω λίγο παραπάνω». Δεν αγχώνεται μήπως το διπλανό χωνί έχει μεγαλύτερο στόμιο. Δεν πηγαίνει σε σεμινάριο αυτοβελτίωσης. Δεν προσπαθεί να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Κάνει τη δουλειά του μια χαρά με αυτό που έχει.
Εμείς πάλι έχουμε μια αδυναμία στις συγκρίσεις. Βλέπουμε τον άλλον που θυμάται τα πάντα και λέμε «τι μυαλό!». Βλέπουμε τον άλλον που παρακολουθεί δέκα πράγματα μαζί και λέμε «πώς τα προλαβαίνει;». Και μετά γυρίζουμε σπίτι και προσπαθούμε να κάνουμε το ίδιο. Και κάπου εκεί αρχίζουν τα υγρά να τρέχουν στο τραπέζι.
Ίσως, λοιπόν, να μην έχουμε όλοι ανάγκη από μεγαλύτερο χωνί. Ίσως να έχουμε ανάγκη από λίγο πιο κλειστή βρύση.
Γιατί τελικά το ερώτημα δεν είναι πόσα μπορεί να χωρέσει το κεφάλι μας. Είναι πόσα από αυτά που χωράει αξίζει να κρατήσουμε.
Και αν θέλουμε να κάνουμε μια πραγματικά μεγάλη επανάσταση στη ζωή μας, ας δοκιμάσουμε κάτι απλό. Πριν ρίξουμε μέσα κάτι ακόμα, ας ρωτήσουμε:
«Μου χρειάζεται αυτό ή απλώς έτυχε να βρίσκεται μπροστά μου;»
Γιατί μπορεί το χωνί μας να είναι μια χαρά. Ας είναι και μικρό. Δεν πειράζει. Αρκεί κάποιος να θυμηθεί πού βρίσκεται η βρύση και να την κλείνει πού και πού.
Έτσι βρε αδελφέ, για να μείνει και λίγο χώρος στο κεφάλι για καφεδάκι, για κουβέντα, για καμιά βόλτα και — αν είμαστε τυχεροί — για καμιά ανοησία.
Γιατί χωρίς καμιά ανοησία πού και πού, τι ζωή θα ήταν κι αυτή;
Είναι εντυπωσιακό Νικόλα,πώς τά πιό απλά πράγματα γύρω μας,μπορούν νά γίνουν αφορμές γιά σκέψεις.Γενικώς συμφωνώ μέ αυτά που γράφεις.
Μέ λίγα λόγια,άν προσπαθήσεις νά ρίξεις απότομα έναν μεγάλο όγκο υγρού σέ ένα δοχείο,τό υγρό θά χυθεί καί θά χαθεί.
Τό χωνί “επιβάλλει” ρυθμό,μέτρο καί προστασία.Είναι δηλαδή ή αρετή τής εγκράτειας καί ή εφαρμογή τής σταδιακής αφομοίωσης.
Εσύ αποφασίζεις άν θά έχει φαρδύ η στενό λαιμό ¨Γιατί χωρίς καμιά ανοησία η ¨μερικές ανοησίες” πού καί πού,τί ζωή θά ήταν κι αυτή;;
Ήρθε η ώρα να διαφωνήσω με τον Νίκο!
Όχι ως προς την ουσία, ως προς τον υπότιτλο…
«Μεταξύ σοβαρού και σοβαροτέρου» ή και «σοβάριστου» -αν υπήρχε ο υπερθετικός του «σοβαρός»- θα το υποτίτλιζα… αφού αγγίζει τον αρχετυπικό μύθο τον πρωτοπλάστων που απώλεσαν τον Παράδεισο για την κατάκτηση της Γνώσης ή καλύτερα για την ψευδαίσθηση της κατακτήσεως της Γνώσης, αφού η Γνώση ποτέ δεν κατακτάται.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό, βαθιά σοφό και παράλληλα ανάλαφρο κείμενο. Χρησιμοποιώντας μια απλή, καθημερινή αλληγορία — αυτή του χωνιού — καταφέρνει να θίξει ένα από τα πιο καίρια προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου: την υπερπληροφόρηση, το νοητικό/συναισθηματικό αδιέξοδο και την τάση μας για συνεχή σύγκριση.
Τα βασικά σημεία και τα μηνύματα που αναδεικνύονται είναι εξαιρετικά εύστοχα όπως αυτό της περιορισμένης «χωρητικότητας», αφού όπως το χωνί έχει περιορισμένο στόμιο και συγκεκριμένη «παροχή» ως φυσικό μέγεθος, έτσι και ο εγκέφαλός μας έχει όρια είτε ισχυριστεί κανείς ότι η πληροφορία μπορεί να συμπιεστεί αυτοστιγμεί είτε όχι, το δεύτερο πιθανότερο. Όταν τον βομβαρδίζουμε με ειδήσεις, γνώμες, άγχη και στοιχεία και πληροφορίες, το ενδιάμεσο αποτέλεσμα είναι το νοητικό «ξεχείλισμα» και το τελικό, η κούραση ο εκνευρισμός η σύγχυση, “Confusion will be my Epitaph” τραγουδούσαν οι King Crimson…
Η υψηλή αντιληπτικότητα ή η μεγάλη χωρητικότητα δεν είναι πάντα ευλογία. Όσο περισσότερα καταλαβαίνει κανείς, τόσο περισσότερα δυσάρεστα βλέπει και τόσο μεγαλύτερη ευθύνη νιώθει να αναλάβει δράση. Η άγνοια, ώρες-ώρες, προσφέρει μια πολύτιμη ηρεμία. «Η ευτυχία στους γνωρίζοντες, είναι το πιο σπάνιο πράγμα που ξέρω.» θα έλεγα παραφράζοντας τον Χέμινγουεϊ.
Καταδεικνύει την ανάγκη για φιλτράρισμα («κλείσιμο της βρύσης»): Το πρόβλημα σπάνια είναι ότι «δεν έχουμε αρκετά δυνατό μυαλό» (μικρό χωνί)· το πρόβλημα είναι ότι αφήνουμε τη βρύση της πληροφορίας ορθάνοιχτη. Διαφαίνεται και η πρόταση για λύση, όχι με «αυτοβελτίωση» για να «χωρέσουμε» περισσότερα, αλλά με την επιλογή του τι αξίζει να αφήσουμε να περάσει και αφήνοντας χώρο στο μυαλό για απλά, όμορφα πράγματα έναν καφέ, μια βόλτα, μια αυθόρμητη κουβέντα ή ακόμα και για λίγη «αθώα ανοησία» που κάνει τη ζωή βιώσιμη αν όχι ευχάριστη.
Είναι μια πολύ όμορφη υπενθύμιση για τη σημασία των ορίων, της πνευματικής οικονομίας και της συνειδητής επιλογής.
Σκοντάφτει όμως στην εγγενή ανθρώπινη θέληση για επεκτατικότητα…
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη σύγκρουση. Η αλληγορία του χωνιού προτείνει μια στάση εγκράτειας, αυτογνωσίας και νοητικής οικονομίας, ενώ η ανθρώπινη φύση διακατέχεται από μια ενστικτώδη τάση για επεκτατικότητα — γνωστική, συναισθηματική, τεχνολογική και υπαρξιακή.
Αυτή η εγγενής τάση αιτιολογείται (όχι «δικαιολογείται»):
Από τον Φόβο της απώλειας (FOMO – Fear Of Missing Out): Δυσκολευόμαστε να «κλείσουμε τη βρύση» γιατί τρέμουμε στην ιδέα ότι κάτι σημαντικό, χρήσιμο ή ενδιαφέρον θα περάσει χωρίς να το καταγράψουμε. Η επεκτατικότητα εδώ λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στην άγνοια
Την ψευδή ταύτιση της πρόσληψης με την αξία: Έχουμε δομήσει έναν πολιτισμό που συγχέει την ποσότητα με την ποιότητα. Θεωρούμε ότι ο «ενημερωμένος», ο «πολυπράγμων» ή ο άνθρωπος που «γνωρίζει τα πάντα» είναι ανώτερος, εξισώνοντας τη χωρητικότητα με την ισχύ.
Την ψευδαίσθηση του ελέγχου: Πιστεύουμε ότι αν καταφέρουμε να περάσουμε περισσότερα μέσα από το «χωνί» μας (περισσότερες ειδήσεις, περισσότερες αναλύσεις, περισσότερες έννοιες), θα ελέγξουμε καλύτερα το περιβάλλον μας και το μέλλον μας.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι αυτή η ορμή για επεκτατικότητα συχνά υπονομεύει τον ίδιο τον εαυτό της: στην προσπάθειά μας να τα χωρέσουμε όλα, καταλήγουμε να μην απολαμβάνουμε τίποτα.
Ίσως γι’ αυτό η πρόταση του Νίκου — το συνειδητό φιλτράρισμα και το κλείσιμο της στρόφιγγας — να μην είναι απλώς μια πρακτική συμβουλή, αλλά μια πράξη πνευματικής αντίστασης απέναντι στην ίδια μας την παρόρμηση να «καταναλώνουμε» ασταμάτητα τον Κόσμο (την Πληροφορία του) γύρω μας.
Η πρόταση για «κλείσιμο της βρύσης», για περιορισμό της «παροχής» σκοντάφτει όμως στην Πανσυμπαντική Σοπενχαουριανή «Θέληση», όπως αυτή ορίζεται στο αριστούργημά του «Ο Κόσμος ως Θέληση και (ανα)Παράσταση».
Αν δούμε το θέμα μέσα από το σοπενχαουεριανό πρίσμα, η τάση του ανθρώπου να «γεμίζει το χωνί» δεν είναι μια απλή κακή συνήθεια ή μια λανθασμένη επιλογή του σύγχρονου πολιτισμού, αλλά η ίδια η Θέληση για Ζωή (Wille zum Leben) που δρα μέσα μας, που είναι το «Είναι» μας.
Η Θέληση αυτή είναι μια άλογη και ασταμάτητη δύναμη που κινεί τα πάντα στο Σύμπαν. Στον άνθρωπο, αυτή η Θέληση εκδηλώνεται ως μια διαρκής επιθυμία για πρόσληψη, κατάκτηση, γνώση, εμπειρία και επέκταση. Το μυαλό μας είναι απλώς το όργανο στην υπηρεσία αυτής της Θέλησης. Η βρύση δεν μένει ανοιχτή από αμέλεια, αλλά επειδή η ίδια η φύση μας είναι μια αιώνια, ανικανοποίητη δίψα.
Όσο περισσότερο υπηρετούμε αυτή την ορμή της Θέλησης, τόσο περισσότερο υποφέρουμε, τόσο περισσότερο αναζητούμε να την υπηρετήσουμε. (Θετική ανάδραση στα Συστήματα Αυτομάτου Ελέγχου (ΣΑΕ), είναι η διάταξη όπου το σήμα εξόδου προστίθεται στο σήμα εισόδου, ενισχύοντάς το αντί να το διορθώνει.
Είναι η προσπάθεια να χωρέσουμε όλο και περισσότερα στο «χωνί» που,
• Οδηγεί στιγμιαία στην ικανοποίηση (όταν μάθουμε κάτι ή πετύχουμε έναν στόχο),
• Μετατρέπεται σχεδόν αμέσως μετά σε ανία ή σε νέα αχόρταγη επιθυμία,
• Και καταλήγει στην ψυχική κόπωση και τον πόνο.
Όταν το αρχικό κείμενο προτείνει να «κλείσουμε τη βρύση» και να αφήσουμε χώρο για έναν καφέ, μια βόλτα ή μια «ανοησία», ουσιαστικά περιγράφει —με όρους καθημερινούς— αυτό που ο Σόπενχαουερ ονόμαζε Άρνηση της Θέλησης για Ζωή (Verneinung des Willens zum Leben).
Για τον Γερμανό φιλόσοφο, οι οδοί διαφυγής από τον φαύλο κύκλο της απογοήτευσης είναι:
• Η Αισθητική Θεώρηση (Τέχνη): Όταν παρατηρούμε κάτι όμορφο χωρίς να θέλουμε να το αποκτήσουμε ή να το αναλύσουμε, η Θέληση σιγάζει, παροδικά τουλάχιστον.
• Η Συμπόνια και ο Ασκητισμός: Η συνειδητή απόσυρση από τις αλόγιστες διεκδικήσεις του Εγώ, το φιλτράρισμα των επιθυμιών και η παραίτηση από την ανάγκη να τα ελέγξουμε ή να τα καταναλώσουμε όλα.
Το να πεις «δεν χρειάζεται να τα ξέρω όλα, ούτε να τα καταλάβω όλα» είναι, σε βαθύτερο επίπεδο, μια νίκη του πνεύματος πάνω στην τυφλή ορμή της φύσης μας.
Θέλοντας να βαρύνω και σοβαρέψω το ήδη όχι ελαφρύ και ασόβαρο κείμενο, επιστρέφω στο αρχετυπικό…
Η αντιπαραβολή με τον μύθο της Έκπτωσης από τον Παράδεισο κουμπώνει απόλυτα εδώ. Ο ουσιαστικός πυρήνας της Γένεσης δεν είναι απλώς μια ηθική ιστορία υπακοής, αλλά μια θεμελιώδης αλληγορία για το κόστος της γνώσης και της συνείδησης.
Στον Παράδεισο, η κατάσταση της αθωότητας είναι η απόλυτη ευθυγράμμιση με τη φύση: δεν υπάρχει διαχωρισμός, δεν υπάρχει επίγνωση του χρόνου, του θανάτου ή της ανεπάρκειας. Η ζωή ρέει χωρίς το βάρος της ανάλυσης.
Ο καρπός του Δέντρου της Γνώσης του Καλού και του Κακού εκπροσωπεί ακριβώς τη βίαιη διεύρυνση του «χωνιού». Με την πρώτη δαγκωματιά:
• Ο άνθρωπος αποκτά αντιληπτικότητα και διάκριση.
• Το στόμιο ανοίγει διάπλατα και εισρέει η συνείδηση της γύμνιας, της ντροπής, του άγχους για το μέλλον και του φόβου του θανάτου.
• Τα «υγρά» ξεχειλίζουν αμέσως στο τραπέζι: η ηρεμία διαλύεται και στη θέση της έρχεται ο μόχθος, η αγωνία και η υπαρξιακή μοναξιά.
Όπως η «Θέληση» του Schopenhauer σπρώχνει προς την ασταμάτητη πρόσληψη, έτσι και η παρόρμηση των πρωτοπλάστων να φάνε από τον καρπό γεννιέται από την επιθυμία να γίνουν «ως θεοί» — να χωρέσουν, δηλαδή, την παντογνωσία μέσα στο ανθρώπινο μέτρο.
Εδώ έγκειται η τραγική ειρωνεία που θίγει και «κρύβει» το αρχικό κείμενο: το μεγάλο χωνί υπόσχεται δύναμη, αλλά παραδίδει ευθύνη και οδύνη. Ο Αδάμ και η Εύα δεν απέκτησαν απλώς πληροφορία· έχασαν την ικανότητα να «κοιμούνται ήσυχοι», αφού η γνώση κατέστησε αδύνατη την επιστροφή στην αμέριμνη άγνοια.
Στον Παράδεισο δεν υπήρχε ανάγκη για φιλτράρισμα, γιατί δεν υπήρχε η «βρύση» του θορύβου. Η έξοδος από αυτόν είναι η μεταφορά της μετάβασης από την παιδική αθωότητα στη βαριά ενηλικίωση της συνείδησης.
Όταν το κείμενο κλείνει λέγοντας ότι χρειαζόμαστε λίγο χώρο στο κεφάλι για έναν καφέ, μια βόλτα κι «ένα κομμάτι αθώας ανοησίας», ουσιαστικά περιγράφει μια νοσταλγία για τον χαμένο παράδεισο. Μια προσπάθεια να σιγάσουμε, έστω για λίγες στιγμές, τη βαριά συνείδηση που αποκτήσαμε και να επιστρέψουμε στην απλή, αδιαμεσολάβητη χαρά της ύπαρξης.
Αγαπητέ Δημήτρη, η ανάλυση σου , όπως και η αναφορά του Don Diego, γιά το χωνί, μου άρεσε πολυ και νομίζω ότι θα ήταν μία καλή ιδέα η συντονισμένη παρουσίαση της στον ΣΩΚΡΑΤΗ.
The odds are great and the withdrawal process is surprisingly fast. I feel very secure playing on vn28betcom.