ΛΙΣΤΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ
ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ Η ΝΑ ΜΗΝ ΖΕΙ
Όταν κάποια στιγμή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν, πέθανε ένας αγαπημένος μου συνάδελφος με τον οποίο είχαμε πολύ καλή σχέση και είμασταν και συνομήλικοι, δεν ξέρω πως και γιατί, μου ήρθε στο μυαλό μια σκέψη που δεν μου πολυάρεσε για να είμαι ειλικρινής.
Ότι όλοι μας, από την στιγμή που γεννιόμαστε, μπαίνουμε σε μια λίστα αναμονής.
Δεν ξέρουμε πότε θα έρθει η σειρά μας, αλλά είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα έρθει. Κουφή σκέψη; Μπορεί. Κάποιος μπορεί να μου πει ότι δεν είμαι καθόλου σοβαρός που κάθομαι και σκέφτομαι τέτοια πράγματα. Δεκτό. Μόνο που, όσο κι αν δεν μας αρέσει, η πραγματικότητα παραμένει η ίδια.
Όλοι είμαστε στη λίστα αναμονής.
Το ενδιαφέρον, το γαμημένο ενδιαφέρον, είναι ότι κανείς μας δεν ξέρει πού βρίσκεται.
Είσαι κάτω κάτω; Είσαι στη μέση; Έχεις ανέβει αρκετά και πλησιάζει η σειρά σου; Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να το ξέρεις. εκτός και αν…αστο καλλιτερα. Και αυτή η άγνοια είναι ίσως πολύ πιο ενοχλητική από την ίδια τη γνώση ότι κάποτε θα αποχωρήσουμε.
Γιατί όσο δεν συμβαίνει τίποτα, συνεχίζουμε κανονικά την ζωή μας. Κάνουμε σχέδια για την άλλη εβδομάδα, για το καλοκαίρι, για του χρόνου. Κανονίζουμε διακοπές, αγοράζουμε πράγματα, αναβάλλουμε αυτά που δεν θέλουμε να κάνουμε σήμερα για κάποια άλλη μέρα.
Συμπεριφερόμαστε σαν να έχουμε στην τράπεζα της ζωής έναν λογαριασμό με απεριόριστο υπόλοιπο.
Και η λίστα είναι εκεί και περιμένει.
Την ξεχνάμε για μεγάλα διαστήματα. Όχι επειδή σβύστηκε, αλλά επειδή μας βολεύει να κάνουμε πως δεν υπάρχει. Μέχρι να φύγει κάποιος γνωστός, κάποιος φίλος, κάποιος συγγενής. Τότε για λίγο ξανα θυμόμαστε την κωλό λίστα. Κοιτάμε γύρω μας, κάνουμε τους υπολογισμούς μας, και ίσως περνάει από το μυαλό μας εκείνη η άβολη ερώτηση που ποτέ δεν θα τολμούσαμε να κάνουμε φωναχτά:
Ποιος είναι ο επόμενος;
Κι αν τύχει να αισθανθούμε κάτι επάνω μας, έναν πόνο, μια αδιαθεσία, μια εξέταση που δεν βγήκε όπως περιμέναμε, η λίστα έρχεται ακόμη πιο κοντά. Τότε, οι μεγάλες κουβέντες περί φόβου, αδιαφορίας και «δεν με νοιάζει» συνήθως πάνε περίπατο. Γιατί άλλο να μιλάς θεωρητικά για τον θάνατο κι άλλο να σκέφτεσαι ότι ίσως χτυπήσει το δικό σου κουδούνι.
…
Δεν ξέρω αν φοβόμαστε τον θάνατο ή περισσότερο το ότι δεν ξέρουμε πότε θα έρθει. Ίσως και τα δύο. Και επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό, βρίσκουμε διάφορους τρόπους να τον βγάζουμε από το μυαλό μας. Άλλος με τις πεποιθήσεις του, άλλος με τις θεωρίες του, άλλος με την αδιαφορία του και άλλος με το γνωστό «έλα μωρέ, ό,τι είναι να γίνει θα γίνει».
Μόνο που η άτιμη η λίστα δεν επηρεάζεται από τις σκέψεις μας. Ούτε από τις θεωρίες μας. Ούτε από το αν την κοιτάμε ή κάνουμε πως δεν υπάρχει.
Ξυπνήστε βρε!!!!
Δεν το λέω επειδή βρήκα κάποια λύση. Δεν υπάρχει λύση. Δεν μπορώ να βγω ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος από τη λίστα, ούτε έχω κάπου να ρωτήσω σε ποια θέση βρίσκομαι. Και το ίδιο ισχύει για όλους μας.
Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε τι να κάνουμε όσο μας την έχει στημένη.
Μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε με αναβολές, μικρότητες, καβγάδες χωρίς αξία, λόγια που δεν είναι πραγματικά δικά μας και ζωές που φτιάχτηκαν περισσότερο για να ικανοποιούν τους άλλους παρά εμάς.
Μπορούμε να αφήσουμε για αύριο μια κουβέντα που έπρεπε να γίνει σήμερα, μια αγκαλιά που δεν δώσαμε, μια συγγνώμη που δεν είπαμε, μια επιθυμία που συνεχώς μεταθέτουμε.
Ή μπορούμε, όσο έχουμε ακόμη τον χρόνο μας, να κάνουμε κάτι διαφορετικό.
Όχι επειδή έτσι θα κατέβουμε στη λίστα. Αυτό δεν γίνεται.
Αλλά επειδή ίσως έχει τεράστια σημασία πώς θα περάσουμε τον χρόνο μέχρι να έρθει η σειρά μας.
Στο τέλος τέλος, μπορεί να μην χρειάζονται ούτε μεγάλες αποφάσεις ούτε σπουδαίες διακηρύξεις. Μπορεί να χρειάζεται απλώς να προσέξουμε λίγο περισσότερο αυτά που ήδη έχουμε μπροστά μας.
Να πούμε μια κουβέντα που την αφήναμε για αργότερα.
Να χαρούμε πιότερο, έναν άνθρωπο που έχουμε δίπλα μας.
Να κάνουμε κάτι που μας ευχαριστεί χωρίς να ψάχνουμε αν είναι χρήσιμο, παραγωγικό ή αν θα το εγκρίνει κάποιος άλλος.
Και τόσα άλλα όμορφα πράγματα που υπάρχουν στην ζωή
Γιατί η λίστα θα συνεχίσει να υπάρχει.
Και εμείς θα συνεχίσουμε να περιμένουμε.
Μόνο που, όσο περιμένουμε, να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και η ζωή.
…
Ουφ! τα είπα και ξαλάφρωσα!
…
Και κάπου εδώ, μετά από όλες αυτές τις “ μεγάλες “ κουβέντες, καλύτερα να πάω να φάω τη φασολάδα μου.
Δεν πρόκειται να με κατεβάσει ούτε ένα σκαλί στη λίστα. Δεν πρόκειται σίγουρα να αλλάξει τη σειρά μου.
Αλλά μπορεί να μου φέρει μια μικρή, πραγματική ευχαρίστηση.
Και, τελικά, ίσως αυτό να είναι όλο το ζητούμενο.
Να ξέρεις ότι είσαι στη λίστα, χωρίς να περάσεις τη ζωή σου κοιτάζοντάς την.
Διαχρονικός καί αγωνιώδης ό προβληματισμός σου Νικόλα.Μέ έβαλες νά θυμηθώ τό έργο τού Ντοστογιέφσκι “Ό ηλίθιος”.Εκεί ό πρωταγωνιστής πρίγκηπας Μίσκιν,διηγείται μέ συγκλονιστικές λεπτομέρειες τήν ιστορία ενός ανθρώπου που οδηγήθηκε στό ικρίωμα γιά εκτέλεση.Ό καταδικασμένος περιγράφει πώς τά τελευταία 5 λεπτά τής ζωής του τού φάνηκαν σάν ένας απέραντος ωκεανός χρόνου:
Υπολόγισε τόν χρόνο.Αφιέρωσε 2 λεπτά γιά νά αποχαιρετήσει τούς συντρόφους του,2 λεπτά γιά νά σκεφτεί τήν τύχη τής ψυχής του καί ένα λεπτό γιά νά κοιτάξει γύρω του τόν κόσμο γιά τελευταία φορά.Ό χρόνος αυτός έμοιαζε μέ μία ολόκληρη ζωή.Πέθανε σκεπτόμενος ότι άν τού χαριζόταν ή ζωή θά ήταν αιώνιος πλούτος!Θά μετρούσε κάθε λεπτό καί δέν θά έχανε ούτε ένα.Πιστεύω ότι είναι πραγματικά πολύς ό χρόνος ζωής που μάς χαρίζεται καί δέν υπάρχει προτεραιότητα γιά τά πράγματα που πρέπει νά κάνουμε η νά δείξουμε.
Συγγνώμη γιά τήν πολυλογία……….
Η περιγραφή πρός τό ικρίωμα ήταν βιωματική γιά τόν Ντοστογιέφκι απ όταν τόν είχαν καταδικάσει σέ θάνατο καί τήν τελευταία στιγμή τού απενεμήθει χάρις………
Πολύ καλή προσέγγιση!
Εξαιρετικά αυθεντικό, γειωμένο και βαθιά ανθρώπινο τεμάχιο. Η μεταφορά της «λίστας αναμονής» δεν είναι απλώς εύστοχη, αλλά αποτυπώνει με αφοπλιστική απλότητα αυτό που η φιλοσοφία προσπαθεί συχνά να περιγράψει με βαρύγδουπους όρους: υπαρξιακή αβεβαιότητα, αναπόδραστο του χρόνου κλπ.
Εκπληκτικό, αφού υποβιβάζει όλη την Υπαρξιακή Φιλοσοφία στο επίπεδο που της αξίζει, στην σύλληψη της ιδέας, στην παρασκευή και στην ανάλωση μίας ωραίος φασολάδας, τερματίζοντας εκεί και μη ασχολούμενο με τις όποιες θορυβώδεις και εν συχνάκις δύσοσμες παρενέργειες αυτής της ανάλωσης.
Αυτό που κάνει το κείμενο να ξεχωρίζει είναι η ισορροπία του. Ξεκινά με μια άβολη, σχεδόν σκοτεινή παρατήρηση που σκανδαλίστηκε (triggered) από την απώλεια, αλλά δεν βουλιάζει στην ανούσια μελαγχολία. Αντίθετα, στρέφει την προσοχή εκεί που πραγματικά υπάρχει ουσία: στο πώς διαχειρίζεται κανείς το «ενδιάμεσο».
Η κατάληξη με τη φασολάδα είναι ίσως το πιο δυνατό σημείο του κειμένου. Αποδομεί με χιούμορ και αυτοσαρκασμό τις «μεγάλες κουβέντες» και επαναφέρει τη συζήτηση στην καθημερινή, απτή πραγματικότητα. Υπενθυμίζει ότι η ουσία της ζωής δεν βρίσκεται στις μεγάλες διακηρύξεις, αλλά στις μικρές, ανεπιτήδευτες απολαύσεις, στις κουβέντες που δεν αναβλήθηκαν, στις αγκαλιές που δόθηκαν και σε ένα πιάτο ζεστό φαγητό.
Σαρτρ, Καμύ και Κίρκεγκωρ χυλώνουν στην ίδια χύτρα με τα φασόλια Πρεσπών. Κυρίως δε, ο Χάιντεγκερ δια του Dasein, αφού τόσο η ανθρώπινη “ύπαρξη” είναι περιορισμένη χρονικώς απόλαυση, όσο άλλωστε και η φασολάδα, που τρώγεται όσο είναι ζεστή.
Ισχυρή υπόμνηση για το ότι η επίγνωση του Τέρματος δεν υπάρχει για να παραλύει τη ζωή, αλλά για να της δίνει το πραγματικό της βάρος.
Το κείμενο πετυχαίνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο: μετατρέπει ένα βαρύ υπαρξιακό άγχος σε μια βαθιά πρακτική, σχεδόν απελευθερωτική στάση ζωής.
Η δύναμή του δεν βρίσκεται σε κάποια πρωτότυπη φιλοσοφική ανακάλυψη —το memento mori είναι πανάρχαιο— αλλά στον τρόπο με τον οποίο γειώνει αυτή την ιδέα στην καθημερινότητα.
Ο Νίκος ορίζει ως πραγματικά ενοχλητικό στοιχείο όχι τόσο την γνώση του επικείμενου θανάτου, αλλά την άγνοια της σειράς. Διαφωνώ. Αυτή η αβεβαιότητα είναι που μας προσδίδει την ψευδαίσθηση στην οποία ζούμε καθημερινά —την τάση μας να φερόμαστε σαν να έχουμε «απεριόριστο υπόλοιπο» στην τράπεζα του χρόνου. Βέβαια, εξ αντιδιαστολής, αυτή η άγνοια θάλπει και την αναβλητικότητα: όταν θεωρείς τον χρόνο δεδομένο, αναβάλλεις τις ουσιαστικές συζητήσεις, τις συγγνώμες, τη χαρά.
Ενώ το θέμα προσφέρεται για μελό ή εύκολους συναισθηματισμούς, το κείμενο αποφεύγει την παγίδα. Δεν προτείνει «μεγάλες αποφάσεις» ή ηρωικές πράξεις. Αντίθετα, υπογραμμίζει ότι η αντίδραση στη «λίστα» δεν είναι η φυγή από την πραγματικότητα, αλλά η επιστροφή στην παρουσία, στην προσοχή σε αυτά που ήδη έχουμε, στην απόλαυση πραγμάτων χωρίς το άγχος να είναι «παραγωγικά» ή εγκεκριμένα από τους άλλους, στην αποδοχή της ανθρώπινης κλίμακας.
Το φινάλε είναι ίσως το πιο δυνατό σημείο της ανάρτησης. Η μετάβαση από τις «μεγάλες κουβέντες» στην πιάτο με τη φασολάδα λειτουργεί ως ένας εξαιρετικός μηχανισμός αυτοσαρκασμού και γείωσης. Αποδεικνύει ότι η επίγνωση της θνητότητας δεν χρειάζεται να μας οδηγεί σε υπαρξιακή παράλυση ή σοβαροφάνεια. Αντίθετα, μπορεί να μας οδηγήσει στην πλήρη εκτίμηση μιας απλής, καθημερινής απόλαυσης.
Είναι ένα κείμενο βαθιά ανθρωποκεντρικό. Δείχνει πως το αντίδοτο στον φόβο του Τέρματος δεν είναι η λήθη ούτε η θεωρητικοποίηση, αλλά η συνειδητή παρουσία στη ζωή, όσο αυτή διαρκεί.
Ορισμένες «δικές μου» σκέψεις:
Ο φόβος του θανάτου, βασίζεται στην ψευδαίσθηση της υπάρξεως. Το «Εγώ» είναι μια κατασκευή, και ο φόβος του θανάτου είναι ο φόβος της κατάρρευσης μιας ψευδαίσθησης.
«Κατ΄εμέ», για να φοβηθείς ότι θα χάσεις κάτι, πρέπει πρώτα να πιστέψεις ακράδαντα ότι αυτό το «κάτι» σου ανήκει ή ότι είσαι αυτό. Στην καθημερινότητά μας, χτίζουμε μια συμπαγή εικόνα του εαυτού μας: ένα όνομα, μια ιστορία, αναμνήσεις, ρόλους, ιδιότητες, πεποιθήσεις. Θεωρούμε αυτή την κατασκευή ως μια σταθερή, αυτόνομη οντότητα.
Όμως, τόσο η ανατολική φιλοσοφία (όπως ο Βουδισμός με την έννοια του Anatta / μη-εαυτού) όσο και η σύγχρονη νευροεπιστήμη υποστηρίζουν ότι αυτό το συμπαγές (Εγώ» δεν υπάρχει ως αυτόνομο πράγμα. Είναι μια συνεχής διεργασία, μια ροή σκέψεων, προσκολλήσεων και αφηγήσεων, ένα ηλεκτροχημικό φαινόμενο…
Ο φόβος του θανάτου δεν είναι ο φόβος του σώματος που σταματά να λειτουργεί —αυτό είναι ένα φυσιολογικό ένστικτο επιβίωσης. Ο υπαρξιακός φόβος είναι ο τρόμος της αφήγησης που καταρρέει. Επειδή έχουμε ταυτιστεί απόλυτα με την ψευδαίσθηση μιας μόνιμης ύπαρξης, η προοπτική της εξαφάνισης αυτής της αφήγησης βιώνεται ως απόλυτη καταστροφή. Φοβόμαστε το «μηδέν» επειδή υποθέτουμε ότι τώρα είμαστε ένα «κάτι» αποκομμένο από το ‘Ολον.
Αν συνειδητοποιήσει κανείς ότι η αυτόνομη, περίκλειστη «ύπαρξη» ήταν εξαρχής μια σύμβαση —μια ψευδαίσθηση διαχωρισμού από τον υπόλοιπο κόσμο— τότε ο φόβος αλλάζει μορφή:
Τι πεθαίνει; Πεθαίνει μόνο η ψευδαίσθηση των ορίων.
Τι μένει; Η ίδια η ροή της Ζωής, η οποία δεν άρχισε ποτέ αποκλειστικά «μέσα μας» και δεν τελειώνει «με εμάς».
Όπως είπε ο Επίκουρος, με έναν πιο υλιστικό αλλά παράλληλα αποδομητικό τρόπο: «Ο Θάνατος δεν είναι τίποτα για μας. Όταν υπάρχουμε εμείς, ο Θάνατος είναι απών· κι όταν έρθει ο Θάνατος, δεν υπάρχουμε εμείς.»
Όταν η ψευδαίσθηση της ατομικής μόνιμης ύπαρξης διαλύεται, ο Θάνατος παύει να είναι μια απειλή που περιμένει στη γωνία και γίνεται απλώς η φυσική επιστροφή στην κατάσταση από την οποία αναδύθηκε η πρόσκαιρη μορφή μας.
Είναι ανεκτό;
Για τον νου που αναζητά βεβαιότητες, ΔΕΝ είναι ανεκτό. Η συνειδητοποίηση ότι το «Εγώ» είναι μια εύθραυστη κατασκευή, μπορεί να προκαλέσει υπαρξιακό ίλιγγο, αισθήματα κενού ή αποξένωσης (αυτό που στη φιλοσοφία περιγράφεται ως αβυσσαλέο κενό ή unheimlich). Αν προσπαθείς να κρατηθείς από μια συμπαγή ταυτότητα, η διάλυσή της είναι απειλή.
Για τον νου που αποδέχεται τη ροή, ΕΙΝΑΙ όχι μόνο ανεκτό αλλά απελευθερωτικό. Όταν παύεις να υπερασπίζεσαι μια ψευδαίσθηση μόνιμης ύπαρξης, φεύγει μαζί της και το δυσβάσταχτο βάρος της διατήρησής της. Η ζωή παύει να είναι μια αγωνιώδης μάχη ενάντια στον χρόνο και γίνεται μια πρόσκαιρη, αλλά αυθεντική εμπειρία.
Είναι αβεκτό (αποκείμενο);
Είναι! Δεν είναι ούτε υποκείμενο (Εγώ) ούτε αντικείμενο (ο θάνατος κάποιου άλλου).
[Στη θεωρία της ψυχανάλυσης, της σημειωτικής και της κριτικής θεωρίας, η κεντρική έννοια είναι το Abject / Abjection (Αποκείμενο ή Αβεκτό), όπως διαμορφώθηκε κυρίως από τη Julia Kristeva στο έργο της Powers of Horror: An Essay on Abjection (1980)].
Η Κρίστεβα παρατηρεί ότι το πτώμα ή τα σωματικά υγρά (αίμα, εμετός) δεν είναι απλώς αηδιαστικά· είναι τα απόλυτα αποκείμενα. Μας υπενθυμίζουν ότι τα όρια του σώματος και του εαυτού μας είναι εύθραυστα. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με το γεγονός ότι είμαστε
Το abject είναι αυτό που πρέπει να «αποβληθεί» (από την κοινωνία ή το άτομο) για να μπορέσει να συγκροτηθεί μια καθαρή ταυτότητα και μια κοινωνική τάξη, αλλά ταυτόχρονα παραμένει πάντα εκεί, ως απειλή κατάρρευσης των ορίων.
Η έννοια του «αποκειμένου» τοποθετούμενη στο πόνημα περί «Λίστας Αναμονής» και τον φόβο του Θανάτου, συνδέεται απολύτως με αυτό, αφού αμφότερα περιγράφουν ή εννοιοδοτούν την σωματική και υπαρξιακή ρωγμή που διαλύει την ψευδαίσθηση ότι είμαστε αυτόνομες, αθάνατες ή προστατευμένες οντότητες.
Η Κρίστεβα υποστηρίζει ότι το αποκείμενο μας τρομάζει επειδή διαταράσσει τα όρια: πού τελειώνω «εγώ» και πού αρχίζει το «μη-εγώ» (το πτώμα, η ανυπαρξία);
Όσο η ταυτότητα βασίζεται στην ψευδαίσθηση μιας μόνιμης ύπαρξης, ο Θάνατος βιώνεται ως εισβολέας που θα καταστρέψει το «Εγώ». Το σώμα που ασθενεί ή γερνά γίνεται το abject — κάτι που θέλουμε να αποβάλουμε ή να αγνοήσουμε, επειδή μας θυμίζει τη θνητότητά μας και που όμως δεν μπορούμε…
Η ιδιοφυΐα της κατάληξης του κειμένου έγκειται στην εστίαση στην φασολάδα.
Απέναντι στον τρόμο του abject (του πτώματος, της αρρώστιας, της αβεβαιότητας της σειράς μας), ο άνθρωπος έχει δύο επιλογές: Να παραλύσει από την αηδία/φόβο, προσπαθώντας μανιωδώς να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της ελέγξιμης ύπαρξης ή να αγκαλιάσει την οργανική, σωματική του φύση με έναν τρόπο απλό και γειωμένο.
Η φασολάδα είναι η επιστροφή στο σώμα, όχι ως πηγή φθοράς (abject), αλλά ως πηγή άμεσης, ζωντανής εμπειρίας. Είναι η αποδοχή ότι είμαστε υλικά όντα στη λίστα αναμονής, αλλά όσο είμαστε εδώ, η ίδια η υλικότητά μας μπορεί να προσφέρει μια μικρή, πραγματική ευχαρίστηση.
Γιατί μαγείρεμα και όχι μία επίσκεψη σε κοντινό Ναό (του Αγίου Ευσταθίου σήμερα μεγίστη η Χάρις Του) όπου προσφέρεται παρηγορία από τον πιο συγκροτημένο συλλογικό μηχανισμό διαχείρισης του αβεκτού και ειδικότερα του Υπαρξιακού Τρόμου;
Ζήτημα επιλογής.
Ο φόβος του θανάτου γεννιέται από τη ρωγμή της ατομικής ύπαρξης και την αβεβαιότητα της «λίστας» και οι θρησκείες εμφανίζονται ιστορικά για να επιτελέσουν τρεις θεμελιώδεις ρόλους:
Την «ανάβαση» του αποκειμένου.
Το πτώμα, η σήψη και η εκμηδένιση είναι το απόλυτο abject — αυτό που η συνείδηση αδυνατεί να καταπιεί. Η θρησκεία παρεμβαίνει ακριβώς πάνω στο σώμα που φθείρεται και του δίνει τελετουργικό νόημα:
Μετατρέπει την αποσύνθεση σε «κοίμηση», «μετάβαση» ή «κάθαρση».
Περιβάλλει τον θάνατο με τελετουργικά (κηδείες, μνημόσυνα, ταφικά έθιμα) ώστε να δομήσει το χάος και να τιθασεύσει την αηδία και τον τρόμο της υλικής κατάρρευσης.
Την κατασκευή μιας «Αιώνιας Αφήγησης»
Απέναντι στην αβεβαιότητα της σειράς μας στη «λίστα», η θρησκεία προσφέρει μια αφήγηση που υπόσχεται ότι το «εγώ» δεν είναι μια παροδική ψευδαίσθηση, αλλά κάτι αιώνιο. Υπόσχεται ότι η λίστα δεν οδηγεί στο Μηδέν, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο, σε μια άλλη «πίστα» (Παράδεισος, Μετενσάρκωση, Ένωση με το Θείο). Αντικαθιστά την τρομακτική τυχαιότητα του Θανάτου με μια θεία τάξη ή ένα ηθικό σχέδιο (Κάρμα, Θεία Δίκη, Πρόνοια). Έτσι, ο Θάνατος παύει να είναι «παράλογος».
Την Κοινωνική Συνοχή και το Συλλογικό «Εμείς»
Όταν ο φόβος του Θανάτου απομονώνει το άτομο στην ιδιωτική του αγωνία, η θρησκεία μετατοπίζει το βάρος από το μεμονωμένο «εγώ» στο συλλογικό «εμείς». Μέσα από τις κοινές πεποιθήσεις και τα σύμβολα, προσφέρει την ψευδαίσθηση της συμμετοχής σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και διαρκέστερο από την ατομική ζωή. Παρέχει ένα ηθικό πλαίσιο που εκτονώνει το υπαρξιακό άγχος: αν ακολουθήσεις τους κανόνες, η θέση σου στη «λίστα» αποκτά σκοπό και δεν είναι απλώς αναμονή στο κενό.
Εδώ όμως κρύβεται ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά, η θρησκεία λειτουργεί ως παρηγορητικό αναισθητικό απαλύνοντας τον τρόμο, δίνοντας ελπίδα, βοηθώντας εκατομμύρια ανθρώπους να αντέξουν το βάρος της υπαρξιακής αβεβαιότητας.
Από την άλλη πλευρά, αν επιστρέψουμε στη λογική του αρχικού κειμένου, η θρησκεία μπορεί μερικές φορές να γίνει άλλη μία αναβολή. Υποσχόμενη μια «άλλη ζωή» ή ένα αιώνιο μέλλον, μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να προσπεράσει τη μοναδική βεβαιότητα που έχει μπροστά του: το τώρα, τη σχέση με τον διπλανό του, την παρούσα στιγμή — την ίδια τη «φασολάδα».
Το μεγαλύτερο βέβαια παράδοξο της ανθρώπινης συνείδησης είναι ότι το μοναδικό πράγμα που είναι 100% βέβαιο, νομοτελειακό και φυσικό, βιώνεται από τον νου ως μια παράλογη εισβολή, ως ένα σφάλμα στο σύστημα.
Το γιατί συμβαίνει αυτό εξηγείται αν δούμε πώς συγκρούεται η φύση της συνείδησης με τη φύση της ύλης:
Η σύγκρουση «Ασύμμετρων Απειριών».
Ο ανθρώπινος νους έχει τη μοναδική ικανότητα να συλλαμβάνει το άπειρο. Σκεφτόμαστε το μέλλον, σχεδιάζουμε, θυμόμαστε το παρελθόν, «αφαιρεσιοποιούμε», δημιουργούμε έννοιες που δεν πεθαίνουν (ιδέες, τέχνη, μαθηματικά).
Η συνείδηση, εσωτερικά, βιώνεται ως κάτι συνεχές και αδιάκοπο. Δεν έχει βιώσει ποτέ την «ανυπαρξία» της. Επομένως, όταν αυτή η εσωτερική αίσθηση της απεραντοσύνης έρχεται αντιμέτωπη με τη βιολογική πραγματικότητα —ότι δηλαδή ένα αγγείο μπορεί να σπάσει ή ένας ιός μπορεί να σταματήσει την καρδιά— ο νους το εισπράττει ως παράλογο. Πώς είναι δυνατόν μια τόσο πολύπλοκη εσωτερική αρχιτεκτονική να εξαφανίζεται από μια τυχαία υλική λεπτομέρεια;
Η γλωσσική και κοινωνική κατασκευή της «κανονικότητας».
Ζούμε σε κοινωνίες που είναι δομημένες πάνω στην υπόθεση της συνέχειας. Το ημερολόγιο, οι συντάξεις, οι επενδύσεις, τα συμβόλαια, τα σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι — όλα προϋποθέτουν ότι το αύριο είναι δεδομένο.
Ο Θάνατος διακόπτει απότομα αυτή τη σύμβαση. Επειδή η καθημερινή μας γλώσσα και ο τρόπος ζωής μας αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν μια μόνιμη κατάσταση, ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται ως το φυσικό της όριο, αλλά ως βίαιη διαταραχή της τάξης.
Το Abject και η άρνηση του «είμαστε ένα ακόμα ζώο».
Κατά την έννοια του abject, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει αποστασιοποιηθεί από τη φυσική του υπόσταση. Έχουμε κρύψει τον θάνατο πίσω από αποστειρωμένους τοίχους νοσοκομείων, τον έχουμε βγάλει από το οπτικό μας πεδίο.
Όταν λοιπόν εισβάλλει στην καθημερινότητά μας, δεν αναγνωρίζουμε σε αυτόν τη φυσική απόληξη του οργανισμού, αλλά έναν «εισβολέα». Η φυσικότητα του θανάτου γίνεται παράλογη επειδή αρνούμαστε τη φυσικότητα της ίδιας μας της σάρκας.
Η υπαρξιακή ανατροπή.
Η τραγωδία —και η ομορφιά— έγκειται στο ότι αν ο θάνατος δεν ήταν παράλογος για τη συνείδηση, η ζωή δεν θα είχε κανένα βάρος.
Αν αποδεχόμασταν τον Θάνατο με την ίδια αδιαφορία που πέφτει ένα φύλλο από το δέντρο, θα χανόταν η ένταση. Το γεγονός ότι τον θεωρούμε «παράλογο» είναι η απόδειξη της αξίας που δίνουμε στην ύπαρξη. Και η μόνη απάντηση σε αυτό το παράδοξο δεν είναι η λύση του (αφού δεν λύνεται), αλλά η στάση που κρατάμε απέναντί του: να αναγνωρίζουμε το παράλογο της «λίστας», χωρίς να του επιτρέπουμε να ακυρώσει τη γεύση της παρούσας στιγμής.
Η απόλυτη λογική.
Αν δεν υπήρχε ο Θάνατος, τότε όλη η γη θα εκατοικείτο από έναν μόνο ή από ελάχιστους οργανισμούς! Δεν θα «υπήρχαμε»!
Κατά την Βιολογία και την Θερμοδυναμική, ο Θάνατος δεν είναι το αντίθετο της ζωής, αλλά ο απαραίτητος μηχανισμός για την ύπαρξη και την εξέλιξή της και ιδού γιατί:
Οργανική Πυκνότητα και Όρια Πόρων (Θερμοδυναμική)
Αν δεν υπήρχε ο Θάνατος (δηλαδή η αποσύνθεση, η ανακύκλωση της ύλης και ο τερματισμός των μεμονωμένων μορφών), η διαθέσιμη βιομάζα, τα θρεπτικά συστατικά και η ενέργεια στον πλανήτη θα εγκλωβίζονταν οριστικά στους πρώτους οργανισμούς που εμφανίστηκαν.
Χωρίς την επιστροφή της ύλης στο περιβάλλον (αυτό που στη βιολογία ονομάζουμε αποσύνθεση), το σύστημα θα «πάγωνε». Ο πλανήτης θα κατελαμβάνετο από μια συμπαγή, στατική μάζα πρωταρχικής ζωής που θα είχε καταναλώσει κάθε διαθέσιμο μόριο, καθιστώντας αδιανόητη την εμφάνιση οποιασδήποτε νέας μορφής.
Η Εξέλιξη απαιτεί «Χώρο» για το Νέο (Βιολογία)
Η ποικιλομορφία της ζωής —από τα βακτήρια και τα φυτά μέχρι τον άνθρωπο— βασίζεται στη διαδοχή των γενεών. Για να υπάρξει φυσική επιλογή, μετάλλαξη και προσαρμογή, πρέπει οι παλαιότερες μορφές να παραχωρούν τη θέση τους στις νεότερες.
Χωρίς τον Θάνατο, δεν θα υπήρχε εξέλιξη, δεν θα υπήρχαν είδη, η Ζωή δεν θα είχε απλωθεί σε μορφές και δομές· θα παρέμενε ένας μονολιθικός, πρωτόγονος οργανισμός (ένα γιγαντιαίο «αρχαίο κύτταρο» που απλώς καταλαμβάνει τον χώρο). Δεν θα «υπήρχαμε».
Τα παραπάνω είναι η πλήρης αποδόμηση του «ατομικισμού».
Δείχνουν ότι η ατομική μας ύπαρξη είναι ένα δάνειο. Το σώμα μας, τα μόριά μας, η ενέργειά μας, δεν μας ανήκουν· είναι υλικό που απελευθερώθηκε από προγενέστερους οργανισμούς που πέθαναν για να μπορέσουμε εμείς να υπάρξουμε. Και με τη σειρά μας, ο δικός μας θάνατος είναι η προϋπόθεση για να υπάρξει το Μέλλον.
Ο Θάνατος, λοιπόν, είναι ο μόνος λόγος που η Γη δεν κατοικείται από έναν μόνο οργανισμό, αλλά από δισεκατομμύρια μορφές ζωής που εκφράζουν την ίδια την Ουσία της Δημιουργίας.
Είναι η ύστατη πράξη γενναιοδωρίας της Φύσεως: η απόσυρση του ενός για να χωρέσει ο επόμενος.
Η Βιολογία είναι ξεκάθαρη.
Η απόπτωση (programmed cell death) είναι η πιο καθαρή, μικροσκοπική επιβεβαίωση αυτής της αρχής: σε κυτταρικό επίπεδο, ο Θάνατος δεν είναι ατύχημα ή αποτυχία του οργανισμού, αλλά βιολογική προϋπόθεση για τη δημιουργία, τη μορφογένεση και τη διατήρηση της ίδιας της ζωής.
Μορφογένεση
Κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, η ζωή δεν χτίζεται μόνο προσθέτοντας ύλη, αλλά αφαιρώντας την. Το πιο κλασικό παράδειγμα είναι η δημιουργία των δακτύλων στα χέρια και τα πόδια μας. Αρχικά, το έμβρυο σχηματίζει μια συμπαγή δομή σαν «κουπί». Για να διαχωριστούν τα δάκτυλα, τα κύτταρα της μεμβράνης ανάμεσά τους πρέπει να ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό της απόπτωσης και να πεθάνουν οικειοθελώς.
Χωρίς αυτόν τον στοχευμένο θάνατο, η τελική μορφή είναι αδύνατη. Η μορφογένεση είναι μια γλυπτική διαδικασία όπου ο θάνατος λειτουργεί ως το σμίλευμα που αφαιρεί το περιττό υλικό για να αναδειχθεί η δομή.
Η Απόπτωση ως Μηχανισμός Αυτοθυσίας για το Όλο.
Σε κάθε πολυκύτταρο οργανισμό, το κάθε κύτταρο φέρει στο DNA του την εντολή της αυτοκτονίας. Όταν ένα κύτταρο υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στο DNA του ή γεράσει, ενεργοποιεί την απόπτωση για να μην μετατραπεί σε καρκινικό. Το κύτταρο «επιλέγει» να πεθάνει αθόρυβα, συμπυκνώνοντας το υλικό του και εκπέμποντας σήματα στα γειτονικά κύτταρα (φαγοκύτταρα) για να το «καταβροχθίσουν» και να ανακυκλώσουν τα δομικά του υλικά, χωρίς να προκληθεί φλεγμονή. Ο θάνατος του μέρους εγγυάται την επιβίωση του Όλου.
Νέκρωση / Απόπτωση (Το «Abject» στη Βιολογία).
Στη βιολογία διακρίνουμε δύο τύπους κυτταρικού θανάτου:
Νέκρωση είναι ο βίαιος, ακατάστατος θάνατος από τραύμα ή δηλητήριο. Το κύτταρο σπάει, εκχέει το περιεχόμενό του στους γύρω ιστούς και προκαλεί φλεγμονή και ζημιά. Είναι το κυτταρικό ανάλογο του χαοτικού abject.
Απόπτωση είναι ένας κομψός, αθόρυβος, «προγραμματισμένος» θάνατος. Το κύτταρο δεν σπάει· αυτοδιαλύεται ελεγχόμενα.
Όπως ακριβώς σε επίπεδο οικοσυστήματος ο θάνατος των παλαιότερων οργανισμών απελευθερώνει πόρους και «χώρο» για να εξελιχθούν οι νέες μορφές ζωής, έτσι και στο εσωτερικό του σώματός μας, εκατομμύρια κύτταρα πεθαίνουν κάθε δευτερόλεπτο μέσω απόπτωσης για να παραμείνουμε εμείς ζωντανοί.
Η απόπτωση αποδεικνύει ότι η ζωή δεν είναι μια στατική κατάσταση, αλλά μια δυναμική ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργία και τη φθορά. Ο Θάνατος είναι εγγεγραμμένος στον κώδικα της ίδιας της ύπαρξης — όχι ως εχθρός, αλλά ως ο απαραίτητος ρυθμιστής της.
Αλλά ας μην πάμε μακριά…ας πάμε…ακόμα μακρύτερα!
Ο θάνατος των άστρων είναι ακριβώς η διαδικασία που δημιουργεί νέα άστρα. Στην πραγματικότητα, χωρίς τον θάνατο των παλαιότερων άστρων, το Σύμπαν δεν θα είχε τη σημερινή του μορφή, ούτε θα υπήρχαν πλανήτες όπως η Γη ή η ίδια η ζωή.
Η διαδικασία αυτή λειτουργεί σαν ένας κοσμικός κύκλος ανακύκλωσης: Τα πρώτα άστρα στο Σύμπαν αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από υδρογόνο και ήλιο. Μέσα στον πυρήνα τους, μέσω της πυρηνικής σύντηξης, δημιούργησαν βαρύτερα στοιχεία όπως άνθρακα, οξυγόνο, πυρίτιο και σίδηρο: Όταν τα άστρα πεθαίνουν —είτε ήρεμα (όπως τα άστρα μικρού μεγέθους σαν τον Ήλιο μας, που αποβάλλουν τα εξωτερικά τους στρώματα δημιουργώντας πλανητικά νεφελώματα) είτε βίαια (όπως τα τεράστια άστρα που εκρήγνυνται ως σουπερνόβα) — εκτοξεύουν όλα αυτά τα νέα, βαριά στοιχεία στο διάστημα. Αυτά τα υλικά αναμιγνύονται με τα υπάρχοντα κοσμικά αέρια και σχηματίζουν τεράστια νέφη σκόνης και αερίων (νεφελώματα). Όταν τμήματα αυτών των νεφελωμάτων καταρρέουν λόγω βαρύτητας, γεννιούνται νέα άστρα (και οι πλανήτες τους).
Αθανασία = Καρκίνος
Ο παραλληλισμός αναπτύσσεται σε τρεις κεντρικούς άξονες:
Η Μη-Προσκόλληση (Non-Attachment / Anatta):
Στη βουδιστική φιλοσοφία, η ρίζα της ανθρώπινης υποφοράς (dukkha) είναι η προσκόλληση στην ψευδαίσθηση ότι ο εαυτός είναι μια μόνιμη, ανεξάρτητη οντότητα.
Στη Βιολογία, ένα κύτταρο που «αρνείται» να πεθάνει όταν ο κύκλος του ολοκληρωθεί ή όταν το DNA του υποστεί βλάβη, συμπεριφέρεται με απόλυτη προσκόλληση στην ατομική του ύπαρξη. Αυτή η άρνηση της απόσυρσης είναι ο ορισμός του καρκίνου — μιας ανεξέλεγκτης εξάπλωσης που τελικά καταστρέφει το όλο σύστημα.
Στη Φιλοσοφία, η απόπτωση είναι η βιολογική έκφραση της μη-προσκόλλησης. Το κύτταρο δεν «μάχεται» να κρατηθεί από τη μορφή του· αναγνωρίζει το σήμα της αποχώρησης και αποσυντίθεται εσωτερικά χωρίς να προκαλέσει αναταραχή (φλεγμονή) στο περιβάλλον του.
Η Αποδοχή της Ροής (Anicca & Ταοϊστική Ροή):
Η έννοια της μεταβλητότητας (anicca) υπογραμμίζει ότι τίποτα στην υλική πραγματικότητα δεν είναι στατικό. Η προσπάθεια να παγιώσουμε μια κατάσταση έρχεται σε σύγκρουση με τη φυσική τάξη πραγμάτων (Tao).
Το Κυτταρικό Ανάλογο: Το σώμα δεν είναι ένα στερεό «κτίριο», αλλά ένας ποταμός υλικού. Εκατομμύρια κύτταρα πεθαίνουν καθημερινά μέσω απόπτωσης για να διατηρηθεί η δυναμική ισορροπία (ομοιόσταση).
Η Φιλοσοφική Συνέπεια: Η μορφή μας διατηρείται ζωντανή ακριβώς επειδή τα μέρη της αποδέχονται τη συνεχή ανανέωση. Η «σταθερότητα» του οργανισμού είναι το αποτέλεσμα μιας συνεχούς, ρυθμικής παραίτησης των επιμέρους κυττάρων.
Η Απουσία «Δράματος» στον Φυσικό Θάνατο:
Στη φιλοσοφία του Στωικισμού, ο Θάνατος δεν αντιμετωπίζεται ως συμφορά, αλλά ως μια φυσική αλλαγή φάσης — σαν ένα ώριμο σύκο που πέφτει από το δέντρο όταν έρθει η ώρα του. Όπως είδαμε, σε αντίθεση με τη νέκρωση (που είναι βίαιη, χαοτική και προκαλεί βλάβη στους γύρω ιστούς), η απόπτωση είναι μια καθαρή, αθόρυβη και «έντιμη» διαδικασία. Το κύτταρο συμπυκνώνεται, συσκευάζει τα δομικά του συστατικά σε μικρές κύστες (αποπτωτικά σωμάτια) και επιτρέπει στα γειτονικά κύτταρα να τα επαναχρησιμοποιήσουν. Δεν υπάρχει σπατάλη, ούτε πανικός. Είναι η πλήρης υποταγή του μέρους στην εξυπηρέτηση του Όλου.
Το σώμα μας γνωρίζει ήδη σε κυτταρικό επίπεδο αυτό που ο νους μας δυσκολεύεται να αποδεχθεί: ότι η αποδέσμευση από τη μορφή δεν είναι ήττα, αλλά η ίδια η προϋπόθεση για να συνεχίσει να υπάρχει η Ζωή.
Η απώλεια της απόπτωσης, η Αθανασία στα καρκινικά κύτταρα (όπως η γραμμή HeLa) οδηγεί σε μια βιολογική Αθανασία που όμως καταστρέφει τον Οργανισμό.
Η περίπτωση της βιολογικής «αθανασίας» μέσω της κατάργησης της απόπτωσης συνιστά την απόλυτη βιολογική ειρωνεία: η άρνηση του κυττάρου να πεθάνει όταν πρέπει, οδηγεί τελικά στην καταστροφή του συστήματος που το φιλοξενεί.
Η κυτταρική γραμμή HeLa (τα κύτταρα της Henrietta Lacks, που απομονώθηκαν το 1951) αποτελεί το πιο διάσημο παράδειγμα αυτής της κατάστασης.
Σε ένα φυσιολογικό κύτταρο, η απόπτωση ενεργοποιείται από εσωτερικά ή εξωτερικά σήματα όταν διαπιστωθεί σοβαρή βλάβη στο DNA ή όταν συμπληρωθεί ο μέγιστος αριθμός διαιρέσεων (το όριο Hayflick).
Το Παράδοξο της Καταστροφής: Η Αθανασία ως Καρκίνος.
Απεριόριστος Πολλαπλασιασμός και Ανταγωνισμός Πόρων: Χωρίς την απόπτωση να απομακρύνει τα γερασμένα ή προβληματικά κύτταρα, ο καρκινικός πληθυσμός αυξάνεται εκθετικά. Ο όγκος καταναλώνει τεράστιες ποσότητες γλυκόζης και οξυγόνου, θέτοντας σε κατάσταση λιμοκτονίας τους γύρω υγιείς ιστούς.
Κατάργηση της Αρχιτεκτονικής των Ιστών: Η λειτουργία των οργάνων βασίζεται στη δομημένη συνύπαρξη κυττάρων. Τα κύτταρα που αρνούνται να πεθάνουν καταστρέφουν τα σύνορα των ιστών, διηθούν αγγεία και προκαλούν μεταστάσεις.
Η Αυτοκαταστροφή του Συστήματος: Ο καρκίνος, στην προσπάθειά του να διαιωνίσει την ατομική του αθανασία, καταστρέφει το σώμα που τον συντηρεί. Με τον θάνατο του οργανισμού-ξενιστή, πεθαίνει φυσιολογικά και ο ίδιος ο καρκινικός όγκος (εκτός αν απομονωθεί σε εργαστηριακές συνθήκες, όπως συνέβη με τα HeLa).
Φιλοσοφική και Υπαρξιακή Διάσταση
Η αθανασία των κυττάρων HeLa αναδεικνύει μια βαθιά υπαρξιακή αλήθεια:
Η αθανασία του μέρους είναι ο θάνατος του Όλου. Αν ένα μεμονωμένο στοιχείο ενός συστήματος διεκδικήσει την απόλυτη, ανεξάρτητη και αιώνια ύπαρξη, μετατρέπεται σε παράσιτο ενώ η πραγματική αρμονία και η επιβίωση του συστήματος προϋποθέτουν την παραίτηση των επιμέρους μερών όταν έρθει η ώρα τους.
Η βιολογική Αθανασία των καρκινικών κυττάρων αποδεικνύει ότι ο Θάνατος (η απόπτωση) δεν είναι μια ατέλεια της Φύσεως που πρέπει να διορθωθεί, αλλά ο απαραίτητος μηχανισμός προστασίας της ίδιας της Ζωής.
Επιστρέφοντας στις θρησκείες, ας δούμε γιατί δεν πρόκειται ποτέ να πεθάνουν, αφού παρουσιάζουν χαρακτηριστικά καρκίνου:
Αν εξετάσουμε τη λειτουργία των θρησκειών υπό το πρίσμα της βιολογίας του καρκίνου και της απώλειας της απόπτωσης, η παρομοίωση αποκαλύπτει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αναλογίες:
Ακύρωση της «Πολιτισμικής Απόπτωσης».
Στον «κύκλο των Ιδεών», η «απόπτωση» είναι η φυσική φθορά, η αμφισβήτηση, η αποδοχή των ορίων μιας θεώρησης και η αντικατάστασή της από νέα γνώση όταν οι συνθήκες αλλάζουν.
Το καρκινικό ανάλογο: Οι θρησκείες δομούνται συχνά με μηχανισμούς που απαγορεύουν την αυτοκριτική και την αποδόμησή τους. Μέσα από έννοιες όπως το αλάθητο, το δόγμα, το ιερό και την κατηγορία της αίρεσης ή της αποστασίας, το σύστημα ιδεών προστατεύει τον εαυτό του από την αποσύνθεση.
Αρνούνται να «πεθάνουν» φυσιολογικά ή να παραχωρήσουν τη θέση τους σε νέα νοητικά σχήματα, διατηρώντας μια τεχνητή, δογματική Αθανασία.
Ανεξέλεγκτος Πολλαπλασιασμός και «Διήθηση».
Όπως ένας καρκινικός όγκος απαιτεί συνεχή ανάπτυξη για να μην καταρρεύσει, έτσι και τα δογματικά συστήματα φέρουν εγγενώς την επιταγή της εξάπλωσης:
Προσηλυτισμός: Η εσωτερική εντολή για εξάπλωση και μεταφορά του «μιμιδίου» σε νέους ξενιστές (ανθρώπινους νόες).
Θεσμική Διήθηση: Η σταδιακή διείσδυση σε όλες τις δομές της κοινωνίας (παιδεία, νόμους, οικογένεια, εξουσία), παρόμοια με την αγγειογένεση και τη διήθηση των καρκινικών κυττάρων στους γύρω ιστούς.
Ανταγωνισμός Πόρων με το «Όλο» (Την Κοινωνία)
Όπως είδαμε στα κύτταρα HeLa, η αθανασία του μέρους μπορεί να αποβεί εις βάρος του όλου οργανισμού. Όταν ένα θρησκευτικό ή δογματικό σύστημα γίνει απόλυτα άκαμπτο, απομυζά τεράστιους πνευματικούς, συναισθηματικούς και υλικούς πόρους από την κοινωνία ενώ επιβάλλει τη δική του επιβίωση ως υπέρτατο σκοπό, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την καθήλωση της επιστημονικής, φιλοσοφικής ή κοινωνικής εξέλιξης του συνόλου.
Υπάρχουν βεβαίως και περιπτώσεις κατά τις οποίες οι θρησκείες δεν επιβίωσαν μόνο επειδή «αρνήθηκαν να πεθάνουν» (καρκινικός μηχανισμός), αλλά επειδή πρόσφεραν στον ανθρώπινο νου κάτι που είχε ανάγκη για να αντέξει την αβεβαιότητα της ύπαρξης, έστω και ψευδές.
Εν κατακλείδι, το νερό μετά την πρώτη βράση, το πετάμε ή το ρίχνουμε στα φυτά μας. Τους κάνει καλό.
ΥΓ:
Μπορεί οι παρατηρήσεις να είναι μεγαλύτερης έκτασης από το κείμενο, αλλά με στραβό να κοιμηθείς, το πρωί θα αλληθωρίζεις. Κάνω πολύ παρέα με τον Γ.Κ.
Τώρα εγώ τι να προσθέσω δηλαδή σε όλα αυτά τα αληθή και όμορφα.
Η τελευταία παράγραφος του Don τα λέει όλα.
Λέει όμως και κάτι παραπάνω. Ότι δηλαδή η επιλογή αυτού του δρόμου σε σχέση με την παραίτηση και ακόμη χειρότερα την κακόβουλη χρήση του χρόνου, του χώρου και των συνανθρώπων είναι ένα είδος αποκοτιάς, ένα είδος γενναιότητας.
Ξέρεις ότι θα χάσεις τον πόλεμο απένατι στην φθορά, αλλά δίνεις την καλύτερη μάχη που μπορείς απέναντί της.
Δεν είναι μικρό πράγμα. Νομίζω.
Καθόλου μικρό…
Η Πεμπτουσία της Ύπαρξης.