ΟΙ ΦΥΣΑΛΙΔΕΣ
Με τις φυσαλίδες στα χέρια
Πλατσουρίζοντας στα νερά του τώρα
Πριν από λίγο καιρό —ή μήπως πριν από χρόνια; μικρή σημασία έχει— βρέθηκα πάλι μόνος μέσα στη θάλασσα. Ήταν από εκείνες τις μέρες που το νερό είναι όσο δροσερό χρειάζεται για να σε ξυπνήσει και ο ουρανός τόσο καθαρός, που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν η συννεφιά είναι τελικά εφεύρεση του ανθρώπου για να δικαιολογεί τις κακές του διαθέσεις.
Κολυμπούσα αργά. Κοίταζα τις φυσαλίδες που άφηναν τα χέρια μου καθώς έσκιζαν το νερό, κάποια κατάρτια σκαφών που λικνίζονταν νωχελικά πιο ανοιχτά, γλάρους που έκαναν κάθετες βουτιές για το μεσημεριανό τους.
Κι εκεί, καθώς κολυμπούσα ανάσκελα, ανάμεσα σε μια εισπνοή κι ένα χτύπημα των χεριών , με έπιασα να χαμογελάω.
Ένιωθα ευτυχισμένος. Έτσι απλά, χωρίς αφορμή, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο σπουδαίο νέο, χωρίς να έχω λύσει κανένα από τα προβλήματα που με περίμεναν στην ακτή.
Ύστερα φυσικά, όπως κάνει συνήθως το μυαλό όταν περνάμε πολύ καλά- τρομάρα του-πέταξε τη σφήνα του:
«Ωραία όλα αυτά, αλλά πόσο θα κρατήσουν; Κάποια στιγμή θα χαθούν. Για πάντα όμως?
Είναι εντυπωσιακό το πόσο εύκολα καταφέρνουμε και χαλάμε τις ίδιες μας τις καλές στιγμές. Ακόμη κι όταν όλα πηγαίνουν σχετικά καλά, βρίσκουμε τρόπο να ανησυχούμε για όσα μπορεί να συμβούν αύριο. Ανοίγουμε την κωλοτηλεόραση, ακούμε ειδήσεις, κοιτάζουμε το κινητό και, πριν καλά καλά το καταλάβουμε, έχουμε φορτωθεί ένα σωρό έγνοιες που δεν είχαμε λίγα λεπτά νωρίτερα.
«Ναι, αλλά αν τύχει εκείνο;»
«Ναι, αλλά αν χαλάσει το άλλο;» και όλα αυτά βαρίδια που μας ταλανίζουν καθημερινά.
Κάπως έτσι βάζουμε όρους στη χαρά μας. Την αναβάλλουμε για το επόμενο Σαββατοκύριακο, για τις επόμενες διακοπές, για τότε που θα φτιάξουν τα πράγματα. Μόνο που τα πράγματα σπανίως φτιάχνουν όλα μαζί και η ζωή δεν έχει την καλοσύνη να πατήσει παύση μέχρι να τα τακτοποιήσουμε.
Στο μεταξύ, οι μέρες περνούν. Τρέχουμε να προλάβουμε το μέλλον, κουβαλάμε στην πλάτη μας το παρελθόν κι εν τω μεταξύ το παρόν προσπερνάει σαν ταχύπλοο, αφήνοντάς μας στην προβλήτα να κοιτάμε τα απόνερα.
Εμένα, πάντως, εκεί μέσα στο νερό, μου ήρθε στο μυαλό ο Ρόμπιν Ουίλιαμς, από εκείνη την υπέροχη και άκρως διδακτική παλιά ταινία, ο κύκλος των χαμένων ποιητών.
«Seize the day», έλεγε στους μαθητές του. Άδραξε τη μέρα.
Και γιατί όχι, βρε παιδιά; Τι έχουμε να χάσουμε;
Δεν λέω να ξεχάσουμε το παρελθόν. Κάτι έχει να μας διδάξει, αρκεί να μην επιμένουμε να ζούμε μέσα του. Ούτε να πάψουμε να σκεφτόμαστε το αύριο. Χρειαζόμαστε την ελπίδα, τα σχέδια και τις προσδοκίες μας. Αλλά η ζωή, όσο κι αν το παραβλέπουμε, συμβαίνει εδώ. Στον πρωινό καφέ, στο τραπέζι με τους φίλους, σε μια κουβέντα που μας κάνει να γελάμε, σε μια βουτιά στη θάλασσα.
Και για όσα δεν περνούν από το χέρι μας? θα ρωτήσει ίσως κάποιος <γκρινιάρης>
Ίσως φίλοι μου, να μην είναι απαραίτητο να έχουμε απάντηση για όλα. Αν προσπαθούσαμε να ρυθμίσουμε ακόμη και την περιστροφή της Γης, θα είχαμε καταφέρει να μπερδέψουμε τις εποχές από τον πρώτο κιόλας μήνα!
…
Καθώς έβγαινα από τη θάλασσα και σκούπιζα την αλμύρα από το πρόσωπο, σκεφτόμουν πως δεν χρειάζεται να είναι όλα στη θέση τους για να αισθανθούμε καλά. Τα προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν, το αύριο παραμένει άγνωστο κι εμείς δεν αποκτήσαμε ξαφνικά πλήρως τον έλεγχο της ζωής μας.
Κι όμως, για λίγη ώρα, ήμουν ευτυχισμένος.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό: όχι να εξαφανίσουμε τις έγνοιες μας, ούτε να πείσουμε τον εαυτό μας πως όλα θα πάνε καλά. Αλλά να μην τους επιτρέπουμε να καταλαμβάνουν κάθε διαθέσιμη στιγμή μας. Να αφήνουμε λίγο χώρο και για όσα είναι όμορφα, ακόμη κι αν δεν πρόκειται να κρατήσουν για πάντα.
Και κάπου εδώ, καθώς αφήνω το κείμενο να στεγνώσει, αναρωτιέμαι: πότε ήταν η τελευταία φορά, που στάθηκες άνθρωπέ μου κάπου, χωρίς να βιάζεσαι και κοίταξες απλώς τις «φυσαλίδες» της δικής σου μέρας;
Δεν χρειάζεται να μου απαντήσεις. Ούτε καν να απαντήσεις στον εαυτό σου αυτή τη στιγμή.
Την επόμενη φορά όμως, που θα βρεθείς μπροστά σε μια μικρή, όμορφη στιγμή, δοκίμασε απλώς να την αφήσεις να υπάρχει. Χωρίς να αναρωτηθείς πόσο θα κρατήσει, χωρίς να ψάξεις τι μπορεί να πάει στραβά παρακάτω.
Κι αν δεν κρατήσει; Ε, και;
Οι φυσαλίδες έτσι κι αλλιώς δεν φτιάχτηκαν για να μένουν στην επιφάνεια.
Άντε, καλημέρα σε όλους!
Νικο Μοραβο
Ίσως η ωραιότερη Κυριακή σου.
Τιι ωραίες,εικόνες ποσο ωραιοι οι προβληματισμό σου.
Το απηλαυσα
Από τη στιγμή της γέννησης, στο πρώτο και καθοριστικό σχολείο για όλη τη ζωή που είναι το σπίτι, μας “μαθαίνουν” τι να κάνουμε και τι να αποφεύγουμε…έτσι γινόμαστε πομποδέκτες των θέλω, μου αρέσει, έτσι γουστάρω αλλά και πρόσεχε, τζιζ καίει, μπιφ βρωμάει…δεν μας λένε για το ΔΙΆΛΕΙΜΜΑ της ανάσας, της γαλήνης, της ηρεμίας…αυτό είναι κάτι που το ψάχνει κάποιος μόνος του και το κάνει κατεβάζοντας τους διακόπτες της φαμίλιας, της δουλειάς, της παρέας κ.ο.κ. οι λίγες ώρες ύπνου δεν υποκαθιστούν τη φόρτιση της μπαταρίας από ένα ωραίο θαλάσσιο λουτρό, μια βόλτα στην εξοχή, ένα αγνάντεμα του ηλιοβασιλέματος, ένα ωραίο βιβλίο με υπόκρουση κλασικής μουσικής κ.α. Η “τσάπα του γιού” που λένε στο χωριό μου φίλε Νικόλα, καλή συνέχεια ☀️
Τι όμορφα λόγια. Σε ευχαριστώ που τα μοιράστηκες μαζί μας. Έκανες την ημέρα μου ξεχωριστή. Ίσως μια από τις πιο όμορφες της ζωής μου…
«Carpe diem, quam minimum credula postero», «Άδραξε τη μέρα, εμπιστευόμενoς όσο λιγότερο γίνεται το αύριο».Τό όμορφο ποήμα τού Οράτιου,Νικόλα τά λέει όλα”πεντακάθαρα΄.
Όχι αναβολές,γεύσου τήν γλυκειά ζωή(μέ τρόπο….)
Βέβαια νομίζω ότι μιλάει γιά μικρές απολαύσεις,οί οποίες εξάλλου μένουν στήν ψυχή σου.Τό αύριο είναι ‘αγνωστο αλλά χωρίς αυτό δέν υπάρχει τίποτα(μάλλον).Οί φυσαλίδες δυστυχώς σκάνε γρήγορα καί εύκολα.Τό ζητούμενο είναι τό πώς τίς ξαναφτιάχνεις,όταν λείψουν.