ΞΕΜΑΚΡΑΙΝΟΥΜΕ
Γράφω μια λέξη σε ένα χαρτί και την κοιτάζω.
ΞΕΜΑΚΡΑΙΝΟΥΜΕ
Είναι ένα ρήμα που δεν περιγράφει μια κατάσταση, αλλά μια κίνηση που συμβαίνει τώρα, την ώρα που μιλάμε, την ώρα που αναπνέουμε. Είναι αυτή η αργή, σχεδόν αδιόρατη διολίσθηση των ανθρώπων μακριά από τον πυρήνα της σύνδεσής τους.
Στις μέρες μας, η απόσταση δεν μετριέται πια σε χιλιόμετρα, αλλά σε βλέμματα που δεν συναντιούνται και σε λέξεις που δεν λέγονται ποτέ, παρόλο που οι οθόνες μας είναι γεμάτες από δήθεν επικοινωνία.
Αν κοιτάξουμε τους φίλους μας, τους ανθρώπους που επιλέξαμε να έχουμε κοντά μας, θα δούμε πως το «ξεμακραίνουμε» εισβάλλει αθόρυβα.
Ξεμακραίνουμε όταν η συνάντηση γίνεται υποχρέωση και το μοίρασμα γίνεται μια επιφανειακή αναφορά σε νέα που θα μπορούσε να διαβάσει ο καθένας στα κοινωνικά δίκτυα.
Χάνουμε την ικανότητα να ακούμε τη σιωπή του άλλου, να καταλαβαίνουμε πότε η φωνή του τρέμει πίσω από ένα τυπικό «είμαι καλά». Η οικειότητα αντικαθίσταται από μια ασφαλή απόσταση, όπου κανείς δεν ενοχλεί κανέναν, αλλά και κανείς δεν στηρίζει κανέναν πραγματικά.
Αυτή η απόσταση όμως δεν είναι μόνο οριζόντια, προς τους άλλους.
Ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή της είναι η κάθετη: το πώς ,ξεμακραίνουμε από την ίδια μας την ουσία. Χάνουμε την επαφή με το μέσα μας, προδίδουμε τις αξίες μας για την ευκολία της στιγμής και γινόμαστε ξένοι στον ίδιο μας τον εαυτό.
Χρειάζονται εκείνες οι επίμονες «αγκωνιές» στην αυτοσυνειδησία μας, ακόμα και στα ογδόντα μας, για να μας θυμίζουν ότι το μυαλό και η ψυχή πρέπει να μένουν σε εγρήγορση. Γιατί αν δεν βάλουμε μυαλό, αν δεν μειώσουμε την απόσταση από το δικό μας κέντρο, πώς περιμένουμε να γεφυρώσουμε το χάσμα με τον διπλανό μας;
Στην κοινωνία, το «ξεμακραίνουμε» μετατρέπεται σε ένα τείχος απέναντι στον άγνωστο. Ο διπλανός μας στην πόλη έχει πάψει να είναι άνθρωπος με ιστορία και έχει γίνει απλώς ένας όγκος που μας καθυστερεί ή ένας ανταγωνιστής για μια θέση στο πάρκινγκ. Έχουμε εκπαιδευτεί να κοιτάμε μέσα από τους ανθρώπους, σαν να είναι διάφανοι. Αυτή η απώλεια της κοινωνικής εγγύτητας μας κάνει πιο σκληρούς και, τελικά, πιο μόνους.
Όμως, αυτό το «ξεμακραίνουμε» δεν είναι ένα αναπόφευκτο πεπρωμένο, αλλά μια σειρά από μικρές, καθημερινές παραιτήσεις. Και ακριβώς εκεί κρύβεται η ελπίδα. Γιατί αν η απόσταση χτίζεται με τη σιωπή και την αποστροφή του βλέμματος, η εγγύτητα ξαναγεννιέται με μια απλή, γενναία κίνηση.
Μια ειλικρινής ερώτηση σε έναν φίλο, ένα νεύμα αναγνώρισης σε έναν άγνωστο, μια στιγμή που θα επιλέξουμε να αφήσουμε την οθόνη για να κοιτάξουμε τον άνθρωπο απέναντί μας, είναι οι μικρές νίκες ενάντια στο χάσμα.
Δεν χρειαζόμαστε ηρωισμούς για να πλησιάσουμε ξανά· χρειαζόμαστε μόνο την απόφαση να είμαστε παρόντες. Κάθε φορά που σπάμε τη σιωπή μας, κάθε φορά που δίνουμε προτεραιότητα στην ουσία μας έναντι της εικόνας μας, η απόσταση μικραίνει. Η ζεστασιά της σύνδεσης είναι πάντα εκεί, περιμένοντας απλώς να ανάψουμε ξανά το φιτίλι.
Σε τελική ανάλυση,όσο περισσότερο ξεμακραίνουμε από τον άλλον και από την ουσία μας, τόσο περισσότερο χάνουμε την ανθρωπιά μας.
Το χαρτί που γράφει «ξεμακραίνουμε» είναι μια προειδοποίηση: είναι η ανάγκη να σταματήσουμε αυτή την πορεία, να κοντοσταθούμε και να κάνουμε το ένα και μοναδικό βήμα που μπορεί να σώσει τα πάντα: το βήμα προς την αλήθεια μας και, μέσω αυτής, προς τον συνάνθρωπο.
” Τά πάντα ρεί “Νικόλα.Μέσα σέ αυτήν τήν διαδικασία εμπίπτει καί τό “ξεμακραίνουμε”Τά περισσότερα τά αφήνουμε αδιάφοροι νά παρελαύνουν μπροστά μας καί
νά εξαφανίζονται.Λίγα είναι αυτά που συγκρατούμε καί συνήθως τά σχετιζόμενα μέ τήν επιβίωσή μας (όπως τήν εννοεί ό κάθε ένας) τό Πλησίασμα στό οποίο αναφέρεσαι ,νομίζω ότι πρέπει νά τό “έχεις” εσύ καί ό άνθρωπος ή τό σύνολο τών ανθρώπων από τό οποίο δέν θέλεις νά απομακρυνθείς.Όμορφη, δύσκολη αλλά καί αναγκαία διαδικασία μέ πολλές παραμέτρους καί …μεγάλη συζήτηση. Ή επανασύνδεσις έχει ακόμη πιό γλυκειά γεύση.
Εξαιρετικό κείμενο!